ΠΕΡΙ ΑΓΓΕΛΩΝ, ΕΞΑΓΓΕΛΩΝ, ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΩΝ

Οι Άγγελοι
Έχετε όλοι κουρασμένα στόματα και αγνές ψυχές χωρίς θυμό. Και μια λαχτάρα ( σαν αμαρτία) σας διαπερνά ενίοτε ενώ ονειρεύεστε. Σχεδόν απαράλλαχτοι μοιάζετε μεταξύ σας, σωπαίνετε, στου Θεού τον κήπο με τόσα, τόσα ιντερλούδια στο όνομα της δύναμης και της μελωδίας του. Μόνο αν ανοίξετε φτερά, τρέπεστε στον εγέρτη ενός ανέμου, όπως θα περιδιάβαινε ο Θεός με τα πλατιά χέρια του Δημιουργού τις σελίδες του σκοτεινού βιβλίου της Γένεσης.
R. M. Rilke, «Das Buch der Bilder»

«O κόσμος των καλών ή των επίβουλων πνευμάτων, δεν μοιάζει διαφορετικός από τον δικό μας», έγραφε ο Louis Bouyer στον πρόλογο της έκδοσης «Agnes et Demons». Σύμφωνα με την Βίβλο, αλλά και για το σύνολο της γραπτής εβραϊκής και της χριστιανικής παράδοσης, ο κόσμος δεν χωρίζεται σε ορατό και αόρατο. Ο ορατός κόσμος , είναι αυτό που προβάλλει, ως το ελάχιστο ενός σύμπαντος μοναδικού, τα βάθη του οποίου χάνονται εκεί που το σκοτεινιασμένο βλέμμα μας αδυνατεί να διεισδύσει. Μα εκείνο που δεν βλέπουμε, δεν είναι λιγότερο υπαρκτό, δεν υφίσταται πιο λίγο. Κι εκείνο που αντιλαμβανόμαστε ως ορατό, η φύση του γήινου κόσμου, η γηγενής της πραγματικότητα, αποκαλύπτεται ενίοτε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, αγγελικά πλασμένη. Κάποια άυλα πνεύματα εγκαθίστανται κάποτε σ’αυτή και γίνονται άγγελοι στους ανθρώπους, οι αγγελιοφόροι μιας θεϊκής εύνοιας, αγγελιοφόροι του πατέρα των πνευμάτων που σε όλα τα πράγματα έδωσε πολλαπλές δυνατότητες έκβασης. Το όραμα ενός τόπου, όπου δεν θα υπάρχει πια δυστυχία, δεν είναι ίσως ο τελευταίος Μύθος του αρχαίου κόσμου, ή μάλλον, η τελευταία λέξη του Λόγου που διύλισε όλους τους υπόλοιπους μύθους, ανασυνθέτοντας με τα σύμβολα τους το μήνυμα του» Ζώντος που δίνει ζωή»……… ;

Ίρις Κρητικού
Οκτώβριος 2006

Επισκέφθηκα τη Μαρίνα Κροντηρά στην παλιά πολυκατοικία της οδού Κνωσού. Δεκατέσσερις άγγελοι περίμεναν την έλευση του επισκέπτη, στηρίζοντας στους τοίχους τις στενόμακρες υπερμεγέθεις (230χ100εκ.) διαστάσεις τους. Εκθρονισμένοι από τα ουράνια, μάλλον οικιοθελώς. Η έλλειψη φτερών συνηγορούσε για ετούτο. Τα γυναικεία τους χαρακτηριστικά, επιλογή της ζωγράφου, κατά τόπους συμβατά με τις περιγραφές τους στα θεολογικά κείμενα. Στην προηγούμενη έκθεσή της , σχέδια μεγάλου μεγέθους είχαν δουλευτεί κυρίως σε ασπρόμαυρο. Τώρα οι ώχρες διαδέχονται τα μπλε, τα πράσινα σχεδιάζονται με στένσιλ προσεκτικά, τα ροζ γίνονται δέρμα, το κόκκινα θορυβώδη. Ο ήχος αυτού του μονοσήμαντου σχεδόν χρώματος, του ενός που επιλέγεται χωριστά για το κάθε έργο, ενισχύεται από τη μετωπική στάση και την ιερατικότητα της μορφής, από τις βυζαντινές μνήμες που εύκολα αναγιγνώσκονται στην οργάνωση και την τελική διατύπωση της εικονογραφίας .
«Εδώ και ένα χρόνο», μου εξηγεί η Κροντηρά, «δουλεύοντας -τυχαία- σε ένα μικρό ναό της Αγίας Παρασκευής, άρχισα να εκτιμώ τα μετωπικά στησίματα, την επιλεκτική στατική της βυζαντινής ζωγραφικής που προϋποθέτει σαν προσευχή την αφοσίωση του ζωγράφου. Μου αρέσει να αυτοπεριορίζομαι σε συγκεκριμένες διαστάσεις, κρατώ ένα δεδομένο ¨κάδρο» γιατί αναγκάζομαι να βρω τρόπους εξόδου, λύσεις στον χώρο. Την ζωγραφική την προσεγγίζω κυρίως σαν διαδικασία, προς το παρόν με ενδιαφέρει λιγότερο το θέμα σαν τελικός προορισμός. Δουλεύοντας το κάθε πορτρέτο , το σώμα μου μετέχει σε μία αυτοσχέδια χειρονομία που εντέλει επιζητώ. Στο ασπρόμαυρο περιβάλλον που δούλευα πριν ,τα κενά δημιουργούνταν εκ συνθήκης και βοηθούσαν. Εδώ τα χρειάζομαι επίσης ,μα πρέπει να τα βρω ανάμεσα στο χρώμα, να λειτουργήσω από την αρχή προνοώντας τα. Χρησιμοποιώ μόνο σπάτουλες, κάνοντας τη ζωή μου επίτηδες δύσκολη. Μέσα σε μίξερ, ανακατεύω σκόνες με κόλλα και λίγο λάδι , επιθυμώντας να κρατήσω τη ζωηράδα του σχεδίου. Η περιορισμένη χρωματική γκάμα συντελεί, νομίζω, στην διατήρηση της έντασης που επιζητώ».
Μιλάμε επί ώρα για τη δεδομένη θεματική μιας ζωγράφου που επιλέγει τον ανθρωποκεντρισμό : γυναίκες-άγγελοι που δεν ίπτανται, που προσκρούουν στη γη έχοντας ως πεπρωμένο τους το ρόλο του αγγελιοφόρου καλών και κακών ειδήσεων. Οι εικόνες τους γεννώνται και οργανώνονται με ισχυρότερο κίνητρο το υποσυνείδητο. Το μήνυμα που αντιλαμβάνομαι ότι φέρουν, αφορά στην ομορφιά του ποιητικού χρόνου, αποτελεί ένα σχόλιο της Κροντηρά, μία παραίνεση για διακοπή της αβάσταχτης ροής των πραγμάτων.»Αισθάνομαι ότι δεν προσέχουμε την ίδια μας την καθημερινότητα, αυτήν που μας προστατεύει σαν αθέατο κουκούλι», παρατηρεί. «Και οι άνθρωποι που προσεγγίζουν τα πράγματα με μια πνευματικότητα , που μας ζητούν να κοντοσταθούμε και να ανασυντάξουμε την σκέψη μας, είναι σαν ουρανοκατέβατοι κάπως, όταν και εάν υπάρξουν. Σ’άλλες εποχές , ίσως να μεταμορφώνονταν σε αγγέλους. Δεν χρησιμοποιώ μοντέλα γιατί συνήθως δεν βρίσκω μοντέλα που να με αφορούν. Μερικές φορές συναντώ κάποιον στο δρόμο τυχαία, κάποιον που θα επιθυμούσα να ζωγραφίσω, ίσως γιατί μοιάζει να διαπνέεται από αυτήν την πνευματικότητα που αναζητώ ,αλλά η εικόνα αυτή είναι τόσο φευγαλέα που αναγκάζομαι να επινοήσω τη μορφή που είδα”.

’’Αγαπώ την παραστατική ζωγραφική αλλά όχι την περιγραφική», συνεχίζει. «Δεν μου αρέσει να σκηνοθετώ, να παραθέτω μία αναλυτική ιστορία που διαβάζεται λέξη-λέξη, στιγμή-στιγμή. Οι φιγούρες μου τοποθετούνται σε δομημένους μεν αλλά όχι συγκεκριμένους χώρους. Λίγα στοιχεία αρκούν για να διεγείρουν την φαντασία. Κάθε σημάδι έχει το βάρος του-ο Klee έλεγε ότι με το που βάζεις το πρώτο σημάδι στο χαρτί έχεις μία εικόνα. Αυτό με εκφράζει.»
Περιηγούμαι στους μικρόκοσμους των έργων. Κάποια από αυτά τα ονειρεύτηκε, όπως εκείνο με τα αφαιρετικά ζωγραφισμένα ρόδια που κατρακυλούν ως τα πόδια της φιγούρας, σαν φόρεμα χορού. Σε άλλο, η με ακρίβεια ισορροπία της τονικότητας, οι εκλεκτικές σχέσεις του κόκκινου, του λευκού και του μαύρου, απηχούν τη λιτότητα μιας γιαπωνέζικης στάμπας . Μία μωβ γυναίκα, άκαμπτη σαν κούκλα βιτρίνας, συνομιλεί με ένα αλογάκι παιχνίδι ,ενώ μία άλλη εγκαθίσταται αθόρυβα στο δάσος της χαμένης αθωότητας, ανάμεσα σε γαλάζιες καμπανούλες και φύλλα κισσού. Για το μπλε έργο, αφορμή στάθηκε ένα ελληνιστικό γλυπτό του Λούβρου με γυρισμένη στον θεατή την εξαίσια πλάτη του. Ζωγραφικά μοτίβα προσφιλή στη ζωγράφο, όπως οι γύπες, οι γάτες και τα γαϊδουράγκαθα. Εις μάτην θα αναζητήσει ο θεατής ουράνιους αγγέλους, με οδηγό τη σύμβαση της εικόνας τους. Μα ίσως συναντήσει του εξάγγελους της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, τις Άπτερες Νίκες που οδηγούσαν τα αθηναϊκά στρατεύματα, τους πεπτωκότες αγγέλους της Αγίας Γραφής που συχνάζουν ανάμεσά μας, τους αγγελιαφόρους του ελάσσωνος που χάνεται, μία ανακοίνωση για συγκατοίκηση, κυκλωμένη με μαρκαδόρο στις Μικρές Αγγελίες.

Ίρις Κρητικού
Οκτώβριος 2006